Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Απεργία .. Παράνομη η Καταχρηστκή .. Συνέπειες



Νόμιμη και παράνομη απεργία


Νόμιμη είναι η απεργία εφ’ όσον το δικαίωμα απεργίας ασκείται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει το Σύνταγμα και το κοινό δίκαιο. Το Σύνταγμα προστατεύει την απεργία που ...
κηρύσσεται νόμιμα και όχι την παράνομη13. Στο παρόν λοιπόν κεφάλαιο παρατίθενται οι διάφορες προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να συντρέχουν κατά το χρόνο κήρυξης της απεργίας σωρευτικά και οι οποίες εκπορεύονται είτε από την ερμηνεία του Συντάγματος του κοινού δικαίου, της φύσης και του σκοπού του δικαιώματος της απεργίας με τη λογική ότι οποιαδήποτε παράβαση αυτών καθιστά την απεργία παράνομη κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού ελέγχου.
Οι σχετικές προϋποθέσεις της άσκησης του δικαιώματος της απεργίας δε συνιστούν δυσχεροποίηση μιας ελεύθερης επιλογής των μισθωτών αλλά αποβλέπουν στη λύση της σχετικής απόφασης με περίσκεψη, αφού η επιδίωξη της προαγωγής των εργασιακών συμφερόντων με συλλογική δραστηριότητα πρέπει να λαμβάνει παράλληλα υπ’ όψιν και την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος.
Επομένως, σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 23§1 και 2 του Συντάγματος ως νόμιμη χαρακτηρίζεται η απεργία της οποίας η κήρυξη γίνεται από νόμιμα συνεστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις και μάλιστα η απόφαση λαμβάνεται από το αρμόδιο όργανο της συνδικαλιστικής οργάνωσης και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος και το καταστατικό. Δεύτερη προϋπόθεση αποτελεί η γνωστοποίηση των αιτημάτων των απεργών και η προειδοποίηση του εργοδότη πριν από την έναρξη της απεργίας, ενώ τέλος απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η διάθεση προσωπικού ασφαλείας. Όσον αφορά τις τρεις παραπάνω προϋποθέσεις αξίζει να γίνει μία σύντομη ανάλυσή τους.
Καταχρηστική άσκηση του απεργιακού δικαιώματος κατά το Σύνταγμα
  • Κατάχρηση δικαιώματος
«Η καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας διαπιστώνεται από το δικαστήριο, στα πλαίσια των διατάξεων του άρθρου 22§4 ν.1264/1982, ύστερα από τη στάθμιση των αντιθέτων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, όπως η πολύ μεγάλη ζημία στην επιχείρηση του εργοδότη, το μέγεθος της επιπτώσεις των ζημιογόνων συνθηκών στο κοινωνικό σύνολο ή την εθνική οικονομία σε συνδυασμό με τη μορφή και τη διάρκειά της, το μέγεθος της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και η προφανής ή μη δυσαναλογία μεταξύ της ζημίας της επιχείρησης και της αναμενόμενης ωφέλειας των απεργών26».
«Το δικαίωμα της απεργίας υπόκειται στον περιορισμό του δικαστικού ελέγχου της καταχρηστικής ασκήσεώς του. Έτσι, η απεργία θεωρείται καταχρηστική και κατά συνέπεια παράνομη και απαγορευτέα, όταν η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός τον οποίο επιδιώκει. Η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε περίπτωση, με βάση τα επικαλούμενα και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, όπως το περιεχόμενο των αιτημάτων στων οποίων την ικανοποίηση αποβλέπει η απεργία, η νομιμότητά τους ή η δυνατότητα ικανοποιήσεως τους, ο χρόνος στον οποίον προβάλλονται αυτά σε συνδυασμό με τον χρόνο εξαγγελίας της απεργίας και, τέλος, ο συσχετισμός του μεγέθους της ωφέλειας που επιδιώκουν οι εργαζόμενοι με το μέγεθος της ζημίας που επέρχεται στον εργοδότη από την πραγματοποίηση της απεργίας27».
Μία μορφή παράνομης απεργίας αποτελεί και η καταχρηστική απεργία. Καταχρηστική απεργία υπάρχει όταν, καίτοι κατά την πραγματοποίηση της απεργίας τηρούνται κατ’ αρχήν οι διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση του δικαιώματος απεργίας, παρά ταύτα λόγω του τρόπου ασκήσεως του δικαιώματος απεργίας, ή των αιτημάτων της απεργίας ή των συνεπειών της παραβιάζεται η γενική απαγόρευση καταχρήσεως δικαιώματος28.
Ο προστατευτικός χώρος του δικαιώματος απεργίας προκύπτει από το άρθρο 23§2Σ και συμπίπτει με τον σκοπό της απεργίας, δηλαδή «την διαφύλαξιν και προαγωγίν των οικονομικών και εργασιακών εν γένει συμμφερόντων των εργαζομένων». Η άσκηση του δικαιώματος απεργίας πραγματοποιείται στη σχέση μεταξύ εργοδότη και μισθωτών. Δηλαδή η προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων, που επιδιώκει η άσκηση του δικαιώματος απεργίας, εννοείται απέναντι στον εργοδότη. Επομένως τα οικονομικά συμφέροντα του άρθρου 23§2Σ είναι τα συμφέροντα εκείνα που προκύπτουν από τη σχέση εξηρτημένης εργασίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού. Οικονομικά συμφέροντα που δεν συνδέονται κατά κάποιον τρόπο, έστω έμμεσο, με τη σχέση εξηρτημένης εργασίας και επομένως δεν ανήκουν στον χώρο ευθύνης των μερών της ατομικής συμβάσεως εργασίας (δηλ. εργοδότη-μισθωτών), δεν αποτελούν αντικείμενο του δικαιώματος απεργίας. Από τη φύση, λοιπόν, του δικαιώματος απεργίας ως ενός δικαιώματος που αποβλέπει στην πραγματοποίηση συγκεκριμένου σκοπού, προκύπτουν όρια για την άσκησή του. Όταν η άσκηση του δικαιώματος απεργίας υπερβαίνει τα όρια αυτά τότε δεν υπάρχει κατά το Σύνταγμα χρήση του δικαιώματος αλλά κατάχρηση. Συγκεκριμένα, καταχρηστική είναι η απεργία όταν διεκδικεί αιτήματα, η ρύθμιση των οποίων ανήκει στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, το οποίο του παρέχει την εξουσία να αποφασίζει για την οργανική της δομή και διάρθρωση, να συνιστά τμήματα ή εκμεταλλεύσεις και να καταργεί, να μεταφέρει την επιχείρηση ή τμήμα σε άλλο τόπο και να επιλέγει τα μέσα για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού.
Αναλυτικότερα, η κατάχρηση δικαιώματος μπορεί να οριστεί ως η νομότυπη αλλά υπερβολική και επομένως μη ανεκτή από την έννομη τάξη άσκηση δικαιώματος. Η έννοια αυτή δεν κατευθύνεται μόνο κατά του κράτους, αλλά έχει και διαπροσωπική ενέργεια, δηλαδή αναπτύσσεται και στο επίπεδο του ιδιωτικού δικαίου. Ο ν.1264/1982 δεν περιέχει διάταξη που να απαγορεύει ευθέως την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, όμως, το πράττει έμμεσα, αφού κατά το άρθρο 14 παρ.10 επιτρέπεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας προστατευόμενου συνδικαλιστικού στελέχους σε περίπτωση συμμετοχής του σε απεργία που κρίθηκε με
δικαστική απόφαση μη νόμιμη ή καταχρηστική. Κατά την μάλλον κρατούσα στην θεωρία άποψη, η έννοια της κατάχρησης του άρθρου 25 § 3 Σ πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου το δικαίωμα ασκείται προδήλως για σκοπό διαφορετικό από το σκοπό θέσπισής της. Με το συγκεκριμένο άρθρο δεν επιτρέπεται η καταχρηστική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, γιατί η κατάχρηση αυτή εκ των πραγμάτων προσβάλλει κατά κανόνα δικαιώματα άλλων, την συνταγματική τάξη ή τα χρηστά ήθη και οπωσδήποτε δεν συμβάλλει στην κοινωνική πρόοδο.
Η νομολογία έχει κρίνει σε πολλές περιπτώσεις ότι συγκεκριμένες απεργίες πάσχουν καταχρηστικότητα. Ενδεικτικά παρατίθενται οι ακόλουθες: 1.η ύπαρξη αιτημάτων προδήλως παρανόμων ή και παράλογων, ιδίως όταν αντίκεινται σε κανόνες δημόσιας τάξης, 2.όταν από την ικανοποίηση των αιτημάτων υπάρχει κίνδυνος επέλευσης πλήρους καταστροφής ή ανεπανόρθωτης βλάβης στην επιχείρηση του εργοδότη29, 3.όταν τα αιτήματα των απεργών είναι φανερά δυσανάλογα με την επικείμενη εξαιτίας της απεργίας ζημιάς του εργοδότη και του κοινωνικού συνόλου30, 4.όταν η απεργία συνοδεύεται από κατάληψη των χώρων εργασίας και την παρακώλυση των μη απεργούντων μισθωτών.
Η θεωρία έχει επικρίνει ιδιαίτερα πολλές από τις παραπάνω αποφάσεις των δικαστηρίων. Από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις μόνο σε αυτές της πλήρους καταστροφής ή ανεπανόρθωτης βλάβης στην επιχείρηση του εργοδότη και στην πρόκληση οικονομικής καταστροφής της επιχείρησης μπορεί να γίνει χωρίς αμφισβήτηση δεκτό ότι πρόκειται για απεργία που δεν ανταποκρίνεται στο συνταγματικά προσδιορισμένο σκοπό της. Αυτό γιατί δε μπορεί να θεωρηθεί ως θεμιτό να συμφέρον που εξυπηρετείται από την απεργία η καταστροφή της επιχείρησης και η απώλεια των θέσεων εργασίας που τη συνοδεύει.

Περισσότερες πληροφορίες Πηγή http://www.judex.gr/?p=6988


Η συμμετοχή του μισθωτού σε παράνομη απεργία συνιστά αυθαίρετη ή αδικαιολόγητη αποχή από την εργασία, δηλαδή παράβαση της σύμβασης εργασίας.
Κατά συνέπεια, ο εργοδότης όχι μόνο δεν οφείλει τις αποδοχές του χρόνου της αδικαιολόγητης αποχής, αλλά και ο χρόνος της συμμετοχής σε παράνομη απεργία δεν συνυπολογίζεται στο χρόνο εργασίας για τη θεμελίωση πολλών δικαιωμάτων των μισθωτών, όπως για τον προσδιορισμό των επιδομάτων (δώρων) Χριστουγέννων και Πάσχα, τη συμπλήρωση του βασικού χρόνου και τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας ούτε απαγορεύεται ο συμψηφισμός των ημερών παράνομης απεργίας με τις ημέρες αδείας που δικαιούται ο μισθωτός.
Η συμμετοχή σε παράνομη απεργία ως αδικαιολόγητη αποχή από την εργασία παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ή συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Άλλωστε η συμμετοχή σε παράνομη απεργία συνιστά μη νόμιμη συνδικαλιστική δράση, η οποία δεν αποκλείει το δικαίωμα καταγγελίας. Η απόλυση του μισθωτού λόγω συμμετοχής του σε παράνομη απεργία δεν είναι κατ’ αρχήν καταχρηστική, γιατί δεν αντίκειται στην καλή πίστη ούτε υπερβαίνει το σκοπό του δικαιώματος καταγγελίας. Αν οι μισθωτοί της επιχείρησης που έλαβαν μέρος στην παράνομη απεργία είναι περισσότεροι, τότε ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να απολύσει όλους τους μισθωτούς αυτούς, αλλά δικαιούται να απολύσει ορισμένους κατ’ επιλογή. Πάντως, η επιλογή των μισθωτών που πρόκειται να απολυθούν δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη και ελέγχεται από πλευράς κατάχρησης δικαιώματος. Από τη συμμετοχή σε παράνομη απεργία προκύπτει ενδεχομένως υποχρέωση του απεργού για αποζημίωση.
Η συμμετοχή σε παράνομη απεργία καθώς και άλλα αδικήματα που διαπράττονται κατά τη διάρκεια απεργίας είναι δυνατό να προβλέπονται από τον κανονισμό και να τιμωρούνται ως πειθαρχικά αδικήματα. Η επιβολή πειθαρχικής ποινής προϋποθέτει υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) του παραβάτη και τήρηση ορισμένης διαδικασίας (κλήση σε απολογία του διωκομένου, αιτιολογία της απόφασης του πειθαρχικού οργάνου κ.ο.κ.). Δεν είναι δυνατή η επιβολή ενιαίας πειθαρχικής ποινής σε όλους τους μισθωτούς που έλαβαν μέρος στην παράνομη απεργία, γιατί η πειθαρχική ευθύνη κάθε μισθωτού είναι εξατομικευμένη ανάλογα με τη βαρύτητα της δικής του συμμετοχής, της υπαιτιότητάς του, τυχόν υποτροπής του κ.ο.κ. Δεν επιτρέπεται η κατ’ επιλογή κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας κατά ορισμένων μόνο εκ των απεργών, γιατί διαφορετικά προσβάλλεται η ενιαία τάξη και πειθαρχία μέσα στην επιχείρηση, αλλά επιπλέον θίγονται τα δικαιώματα των μισθωτών, π.χ. το δικαίωμα προαγωγής που επηρεάζεται από τυχόν πειθαρχική καταδίκη.
Ποινικές κυρώσεις κατά συγκεκριμένων μορφών παράνομης απεργίας προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας, όπως το άρθρο 294 ΠΚ που τιμωρεί την εκ προθέσεως και χωρίς προειδοποίηση παρακώλυση της λειτουργίας κοινωφελών εγκαταστάσεων, το άρθρο 332 που τιμωρεί τον εξαναγκασμό τρίτων με χρήση βίας ή απειλής να συμμετάσχουν σε ένωση για την κήρυξη απεργίας, το άρθρο 334 που τιμωρεί τη διατάραξη της οικιακής ειρήνης και κατά συνέπεια την κατάληψη των χώρων εργασίας.

Ευγενία Φωτοπούλου, LL.M.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...